Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2007

"ΤΟ ΤΡΑΚΤΕΡ" του: ΝΙΚΟΥ ΠΑΛΑΜΗΔΗ

«Το ΤΡΑΚΤΕΡ» του Νίκου Παλαμήδη (Παλδής)
Από το Βάιο Φασούλα, Γερμανία
Χαρά και τιμή μου να αναφερθώ και πάλι στον λεπτό και ευαίσθητο αγωνιστή μεγάλων μεγεθών και πολλών «μετώπων», Νίκο Παλαμήδη –Πάλδη και να καταθέσω τις απόψεις μου, στο υπό έκδοση νέο μυθιστόρημά του: «Το Τρακτέρ». Ο διορατικός Αρκάδας αρθρογράφος που με την πέννα του στιγματίζει και καταδικάζει τα κακώς κείμενα του καιρού μας, ο λαϊκός ποιητής και στιχουργός, καυστικός τεχνίτης της έμμετρης πολιτικοκοινωνικής σάτιρας, αγωνιστής στο πλευρό της Εθνικής Αντίστασης στις δύσκολες εποχές του τόπου μας και βετεράνος της ξενιτιάς, που όλη του η ζωή συνοδεύεται από αγώνες και ποίηση, ο χρονογράφος και μυθιστοριογράφος -όπως θα δούμε παρακάτω- και άλλα πολλά, αποτελούν τον πνευματικό πλούτο και πλαισιώνουν το καλλιτεχνικό ανάστημα του μπάρμπα-Νίκου Παλαμήδη.
Για την αξιέπαινη στιχουργία του και επιτυχημένη παρουσία του στο χώρο της μουσικής, στις 07. 11. 2002 από Γερμανία, με αναφορά τη μουσική του επιτυχία: «Κόντρα στον καιρό» έγραφα ανάμεσα με άλλα και τούτα: «Η συγκροτημένη σύνθεση του λόγου, του τόνου και της χορδής, αφήνουν μια μελωδία να ξεχύνεται σαν καταρράκτης που γκρεμίζεται. Μια μελωδία που συγκρούεται με τον έρωτα, με τη νοσταλγία, με τους στίχους και τις χορδές και σφυρηλατείται πιότερο. Μια μελωδία που ξεκινά σαν ρυάκι και φτάνει στις θάλασσες και από κει αφήνει τον απόηχό της να φτάνει πέρα από τις θάλασσες και τους ωκεανούς όπως το γαλήνιο κύμα…κι εκεί να συναντιέται μαζί σου και μ' εκείνον, μαζί τους και τους άλλους, τους πέρα και τους δώθε…»
Μια τέτοια συνάντηση προσπαθεί να κάνει κι αυτή τη φορά ο συγγραφέας Νίκος Παλαμήδης μέσα από το νέο του μυθιστόρημα «Το Τρακτέρ» καλώντας όχι μόνο μνήμες και εναπομείναντες αγωνιστές εκείνης της θεομηνίας, αλλά και το νέο κόσμο που πρέπει να μαθαίνει και δεν πρέπει να ξεχνά. Σε αδιανόητες συχνότητες μεγάλων μηνυμάτων των δυτικών κυβερνήσεων ενάντια στο φασισμό, (που ζούμε στην εποχή μας και που δεν ξέρουμε αν αυτά τα μηνύματα τα εννοούν), ο Νίκος Παλαμήδης, αυτή τη φορά έρχεται δυναμικά με «Το Τρακτέρ» να σκαλίσει όχι τη γη αλλά τις μουχλιασμένες ψυχές μας, να τις ξεθάψει και φρεσκαρισμένες να τις φέρει στην επιφάνεια. Κι εκεί, στην Αρκαδία, να θυμηθούμε, σαν «παραμύθι», ένα μέρος αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και ενός ξενόφερτου εμφυλίου Πολέμου (1946-1949) που γονάτισε την Ελλάδα.
Χρειάστηκε να περάσει πάνω από μισός αιώνας για να βγει στο φως κι αυτό το απαύγασμα του πόνου, της οργής και της ντροπής, το οποίο, μέσα από τις σελίδες του και τους ήρωες ενός ολόκληρου χωριού της Αρκαδίας, μετατρέπει τα μίση και τα πάθη σε συγχώρεση, σε αδελφοσύνη, σε αγάπη, σε στοργή.
«Τώρα, -ύστερα από πενήντα και πάνω χρόνια- την ιστορία αυτή τη μεταφέρω στο χαρτί με όση δύναμη διαθέτω, σαν χρονικό ή αν θέλετε σαν μυθιστόρημα. Αυτό που ζητώ και θέλω να παρουσιάσω είναι, τι μπορεί να πετύχει στη ζωή μας η ομαδική δουλειά, η ανθρώπινη αλληλεγγύη και η πίστη σε ανώτερα ιδανικά», γράφει ο ίδιος στον πρόλογό του.
Μεστές περιγραφές και παραστατικές εικόνες, οι οποίες, στα μάτια του αναγνώστη φτάνουν σαν ένα κινηματογραφικό φιλμ και τον γυρίζουν πίσω στους σκεπασμένους πίνακες της Εθνικής Αντίστασης και στον εμφύλιο, που αμέσως ακολούθησε.
Η προπαγάνδα, ο φόβος και η τρομοκρατία (καμιά σχέση μ’ αυτή που ζούμε σήμερα) ο αντικομουνισμός, οι εξορίες στα μαύρα κελιά των βασανιστηρίων και του θανάτου, ήταν τα κύρια στοιχεία που επικρατούσαν στη χαλεπή εποχή, στοιχεία που σκοπό τους είχαν την πλήρη εξαφάνιση των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, ΕΑΜιτών και ΕΛΑΣιτών και όχι μόνο, αλλά και των οικογενειών τους, οι οποίες δέχτηκαν κάθε μορφή βίας και κοινωνικού αποκλεισμού, διωγμού και στιγματισμού.
Πικρές γεύσεις θλίψεις και ντροπής θα εισπράξει ο αναγνώστης και θα βιώσει νοερά το φασισμό και το ρατσισμό, όχι τον γερμανικό, αλλά το ντόπιο και των ιμπεριαλιστών συνεργατών του. Διαβάζοντας το: «Το Τρακτέρ» θα νιώσει το αίσθημα της ντροπής και θα αναζητήσει ποια ήταν τα «γιατί» που έφτασαν το λαό μας στα μίση και στα πάθη. Βίαιες σκηνές αρπαγών αγωνιστών μέσα στα μεσάνυχτα απ’ τα σπιτάκια τους, απ’ τις αγκαλιές των παιδιών και των γυναικών τους, σκηνές τρόμου αλλά και περηφάνιας, όπως της γυναίκας του Πέτρου Νταλιάνη, η οποία μέσα σε στιγμές παραφροσύνης και μισαλλοδοξίας έλεγε στον άντρα της: «Κουράγιο Πέτρο μου! Θα περάσει κι’ αυτό όπως πέρασαν τόσα άλλα. Ποτέ σου δεν έκανες πίσω. Ποτέ σου δεν πρόδωσες τον αγώνα, δεν έκανες δήλωση μετάνοιας και το πιστεύω πως και τώρα δεν θα κάνεις...».Και ο υποταγμένος λοχίας του ελληνικού στρατού που στη μέση της κάμαρης όρθιος παρακολουθεί και ακούει τη γυναίκα του, βάζει τις φωνές: «Άντε κυρά μου, τελείωνε. Να τον χαίρεσαι τον ήρωά σου. Όσο μυαλό έχει αυτός άλλο τόσο έχεις κι εσύ. Απορώ όμως πως σε έχουν αφήσει έξω. Μήπως είσαι από κανένα τζάκι;». «Ναι, λοχία, είμαι! Λέγομαι Παπαναστασίου. Είμαι ανεψιά του Παπαναστάση, του μεγάλου πολιτικού!». «Κομμούνας ο άντρα σου ε, ενίσχυση των ανταρτών που θέλουν να δώσουν τη Μακεδονία στους σλάβους. Ήρθε όμως το τέλος σας. Οι σύμμαχοί μας αμερικανοί και εγγλέζοι ,ο βασιλιάς μας, ο στρατηγός Παπάγος αγρυπνούν». Και απευθυνόμενος στο γέρο Νταλιάνη που είναι έτοιμος να τον ακολουθήσει του λέει: «Και τώρα ψευτοήρωα τι θα γίνουν οι τέσσερις κόρες σου που τις βλέπω να κάθονται αμίλητες; Αλλά ξέχασα, εσείς οι κομμουνιστές δεν πιστεύετε σε οικογένεια». Και ο Νταλιάνης, ο λεβέντης χωριάτης, -όπως τον περιγράφει ο συγγραφέας του βιβλίου-, που έχει φάει τη ζωή και το μπαρούτι με τη σέσουλα και μοιάζει γίγαντας μπροστά στον καχεκτικό λοχία, στο άκουσμα των λόγων του, γυρίζει απότομα και με φωνή βαριά και σίγουρη, του απαντάει: «Όχι και κομμουνιστής κυρ-λοχία, είμαστε μακριά ακόμα. Χρειάζεται να γίνουμε πρώτα άνθρωποι...»
Ο Γιάννης Χαρώνης, πρόεδρος του χωριού και αμείλικτος διώκτης των συχωριανών του, δίνει τον καλλίτερο εαυτό του «καρφώνοντας» τους συχωριανούς τους στις δυνάμεις του ελληνικού στρατού, άνδρες που πολέμησαν το φασισμό μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ-ΕΛΛΑΣ αφήνοντας να ξεχυθεί η χαρά του, το μίσος του και ο σαδισμός καθώς συλλαμβάνονται και προωθούνται στην πίσσα της Μακρονήσου. Το δε πάθος και το ακατάλυτο μίσος του για τους αριστερούς αγωνιστές, τον οδηγούσε σε φανταστικές σκευωρίες επιδιώκοντας την πλήρη εξαφάνισή τους. Έτσι μια μέρα κατήγγειλε στο μοίραρχο της πόλης:
«Άκουσε Δημήτρη. Τον τελευταίο καιρό, έχει έρθει στο χωριό ο γιος ενός εξόριστου κομμουνιστή στη Μακρόνησο που ήταν χρόνια πολλά στην Αθήνα. Το σκυλί αυτό, που σε ολόκληρη την κατοχή ήταν και αυτός σε αντεθνικές οργανώσεις, όταν έμαθε πως πιάστηκε ο πατέρας του, τα παράτησε όλα και μας μαζεύτηκε κουνιστός και λυγιστός στα καφενεία. Με το τρακτέρ οργώνουν τα χωράφια τους όλες οι οικογένειες των εξόριστων ξένοιαστα και χαρούμενα». «Τι λες βρε Γιάννη, εμείς επιδιώκουμε την εξαθλίωση των κομμουνιστών για να ανανήψουν και να κάνουν δήλωση μετάνοιας κι’ αυτός τους ζωντανεύει όνειρα κι’ ελπίδες;» «Ακριβώς, αυτό κάνει», απάντησε ο Χαρώνης και βλέποντας πως ο φίλος του μοίραρχος πιστεύει στα λόγια του συνεχίζει. «Έχω θετικές πληροφορίες πως ενισχύει φανατική ομάδα ανταρτών που ξεκομμένοι από το σύνταγμά της περιφέρεται στην οροσειρά του Μαίναλου. Τον είδε άνθρωπος δικός μου να φεύγει τη νύχτα και να τους πηγαίνει τρόφιμα». «Και τι νομίζεις πως πρέπει να κάνω».«Να στείλεις απόσπασμα να τον συλλάβει και να τον παραπέμψεις στο στρατοδικείο...»
Όλη αυτή η συκοφαντία αφορούσε το γιο του Πέτρου Νταλιάνη, τον Κώστα, ο οποίος όταν άδειασε το χωριό του από τους άνδρες, παράτησε την Αθήνα και με το με το τρακτέρ του όργωνε όλα τα χωράφια των συχωριανών του. Ο εκτοπισμός των αγωνιστών στα ξερονήσια είχε και μια άλλη πλευρά· μεγάλωνε τις ευκαιρίες εκμετάλλευσης του Χαρώνη. Εκμεταλλευόμενος τα γεγονότα, έχει προσημειώσει πολλά χρήματα χωρικών για δάνεια που τους έχει κάνει. «Η Αγροτική Τράπεζα, δεν δίνει λιπάσματα παρά μόνο στους «νοικοκυραίους». Έτσι απάντησε σε πολλούς που ζήτησαν δάνειο ο διευθυντής. «Μαύρος χειμώνας λέγανε πρώτα οι χωρικοί, άραχλη άνοιξη λένε τώρα».
Τραγική φιγούρα η γυναίκα του Χαρώνη η κυρα-Αναστασία που ντρέπονταν και λυπόταν για την κατάντια του άνδρα της, που με όλο το χωριό τα είχε καλά και πολλούς κρυφά βοηθούσε. Μάταιες οι προσπάθειες να τον βάλει στο δρόμο του Θεού: «Βρε ,Γιάννη μου, το καλό σου γυρεύω και στα λέω αυτά, θέλω να αλλάξεις, να ησυχάσεις. Δόξα σοι ο Θεός έχουμε από όλα, υγεία, πλούτη. Στο κάτω, κάτω τι θα τα κάνουμε; Πότε θα τα χαρούμε; Ποιος ο κόσμος μας και το περιβάλλον μας; Παλιοτόμαρα σε τριγυρίζουν, παλιάνθρωποι σε εκτιμούν ψεύτικα για να σε απομυζούν. Παράτα τα όλα άντρα μου να πάμε στην πόλη να ζήσουμε όσα χρόνια θέλει ο Θεός. Όταν φύγουμε από τη ζωή όλα θα ρημάξουν, θα γιομίσουν αράχνες και χορτάρια. Και το χειρότερο άντρα μου, θα μας σκατοψυχάνε.»
Αυτά του έλεγε κάθε φορά η ήσυχη, φιλάνθρωπος και καλοκάγαθη γυναίκα του Αναστασία κι εκείνος δεν άκουγε. «Εγώ, η έρμη, στείρα χωρίς παιδιά και με ένα διάβολο στο κεφάλι μου υποφέρω Μαριώ μου, βασανίζομαι. Ο άντρας μου, δεν έχει προτερήματα, είναι σκληρός, πλεονέκτης, κακός. Δεν τον θέλει κανένας. Τώρα μάλιστα που τον διόρισε το Λαϊκό Κόμμα πρόεδρο στο χωριό, είναι μισητός σε όλους. Μόνο οι αληταράδες του χωριού που τους πληρώνει και τους ταΐζει τον θέλουν και τον ακούνε». «Που είναι τώρα;» τη ρώτησε η φίλη της και σύζυγος του Πέτρου Νταλιάνη κυρα-Μαριώ. όταν βρέθηκαν μια μέρα». «Πού αλλού, Μαριώ μου, στο σταθμό χωροφυλακής. Εκεί ξημεροβραδιάζεται. Φοβάται, τρέμει...».
Χρησιμοποίησα δυο, τρία αποσπάσματα του βιβλίου και πράγματι αντιμετώπισα δυσκολίες επιλογής. Το καλό συγκρούεται με το κακό, η αγάπη με το μίσος και την έχθρα. Ο λοχαγός συγκρούεται με έναν λοχία που βρίζει τους πάντες, όταν πάνε να συλλάβουν αγωνιστές μέσα στη δίνει του εμφυλίου, που άλλους τους χαροποιεί και άλλους τους λυπεί κατάβαθα. «Να είσαι προσεκτικός λοχία, κανένας εδώ μέσα δεν είναι ρεμάλι. Όλοι έχουμε μια σοβαρή αποστολή που πρέπει να εκτελεστεί με επιτυχία. Κι’ ακόμα, θα προτιμούσα να είναι πιο συγκρατημένος ο εθνικισμός σου. Βρισκόμαστε σε εμφύλιο πόλεμο, οι αντίθετοί μας, που κακώς τους λέμε συμμορίτες, είναι αδέρφια μας, είναι Έλληνες και όχι Βούλγαροι.
Σαν κατακλείδα επέλεξε ο συγγραφέας την κυρα-Αναστασία, που μετά λίγες μέρες από τον απροσδόκητο θάνατο του άνδρα της Γιάννη Χαρώνη, επισκέφτηκε την κυρα-Μαριώ Νταλιάνη.
«Εκτιμώ εσένα, τον άντρα σου και αγαπώ τα παιδιά σας. Θέλω με την καρδιά μου να τα αφήσω όλα με το νόμο και με χαρτιά από τώρα σε σάς. Τον Κώστα και τις αδερφές του τους έχω στην ψυχή μου, τους θέλω για παιδιά μου. Μπορούν ν’ αρχίσουν να δουλεύουν τα χωράφια, να τα εκμεταλλεύονται, να παντρευτούν και να κληρονομήσουν μετά τον θάνατό μου όλα τα υπάρχοντά μου. Θέλω να γίνουμε μια οικογένεια. Τα δυο σπίτια μας να έχουν τις πόρτες ανοιχτές. Αυτό με ανακουφίζει· αυτή είναι η επιθυμία μου. Να ζήσω από εδώ και πέρα μαζί σας τις χαρές και τις λύπες σας. Είσαστε οι άνθρωποί μου, το αποκούμπι μου. Αξίζετε αυτή την προσφορά μου. Έχετε ανθρωπιά, ανωτερότητα, αγαπάτε τους άλλους...»
Κλείνοντας θεωρώ υποχρέωσή μου να τονίσω, ότι βιβλία σαν «Το Τρακτέρ» του Νίκου Παλαμήδη θα πρέπει όχι μόνο να διαβάζονται από έναν αριθμό αναγνωστών και πάει τέλειωσε, αλλά τέτοια βιβλία θα πρέπει να ενταχτούν στα όπου γης ελληνικά σχολεία γιατί αποτελούν μέρος της σύγχρονης ιστορίας μας. Μέσα απ’ αυτή θα μάθουν τα νέα παιδιά την τραγωδία που υπέστη ο λαός μας από τους ξένους, που μέσα από τα δικά μας χέρια δολοφονήθηκε. Μέσα απ’ αυτά θα μάθει ο νέος κόσμος και δε θα ξεχνά την «ανθρώπινη αλληλεγγύη και την πίστη σε ανώτερα ιδανικά».

Γερμανία 29. 03. 2002
Φασούλας Βάιος
..................................

Τρίκαλα 14-01-2007 –Βάιος Φασούλας

Σημείωση:
Αγαπητοί φίλοι,
Αν δεν έχετε αντίρρηση ζητώ την άδειά σας να μου επιτραπεί να δημοσιεύσω, σταδιακά, στην παρούσα ιστοσελίδα μας, εργασίες, που κατά καιρούς έχω γράψει, για ορισμένους συναδέλφους της ΕΕΛΣΠΗ.
Ξεκίνησα με το Νίκο Παλαμήδη για να τον τιμήσω ιδιαίτερα

Ευχαριστώ για την προσοχή σας ΒΦ

3 σχόλια:

  1. Βάιε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα να γράφει κα΄ποιος ό,τι θέλει. Το πρόβλημα είναι να μην είναι τόσο μακροσκελή τα κείμενα. Πρώτον δεν τα διαβάζει κανείς. Δεύτερον καλύπτουν όλο το χώρο όπου θα πρέπει να γράψουν κι άλλοι. Πάντως θα πρέπει να ψάξουμε να βρούμε ένα τρόπο να ανοίγει άλλη σελίδα για τη συνέχεια κάποιου μεγάλου άρθρου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΕΠΙΚΡΩΤΩ, την παρατήρηση του Στράτου,
    Για να μπορούμε όλοι μας να κολυμπάμε χωρίς να πνιγόμαστε σε μια τόσο περιορισμένη επιφάνεια θαλασσας "αντιλάλων"γραπτών πρέπει να αφήνουμε ελεύθερο αέρα να αναπνέουν και οι υπόλοιποι...

    Γαβριήλ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τρίκαλα 15.01.2007

    Αγαπητοί φίλοι εν μέρει συμφωνώ μαζί σας και εξηγούμε πού δε συμφωνώ.
    Παράδειγμα: Όταν πρόκειται για ένα οποιοδήποτε κείμενο που υπερβαίνει το όριο του χώρου…
    «θα πρέπει να ψάξουμε να βρούμε ένα τρόπο να ανοίγει άλλη σελίδα για τη συνέχεια κάποιου μεγάλου άρθρου….» όπως σωστά επισημαίνει ο φίλος Στράτος, για να μπορεί ο άλλος να έχει τον ανάλογο χώρο.
    Βέβαια δεν πρόκειται για μένα, αλλά όταν θέλεις να δημοσιεύσεις ένα κείμενο όπως του Νίκου Παλαμήδη και άλλων εκλεκτών συναδέλφων, μεταξύ και του Γαβριήλ με το «Αχ! να ’ξερα» τι το κάνεις; Το κουρεύεις ή βάζεις μια παράγραφο;
    Φίλε Στράτο πιστεύω να βρεις μια λύση. Να προβάλλονται οι τίτλοι μόνον στην πρώτη σελίδα (ενδεχομένως και μια-δυο σειρές) και μ’ ένα κλικ μεταφορά σε ένα άλλο λινκ με ολόκληρο το κείμενο. Και όποιος έχει διάθεση διαβάζει όποιος δεν έχει με για του με χαρά του.
    Φιλικά προς όλους
    Βάιος Φασούλας

    ΑπάντησηΔιαγραφή

«Ουχ ούτως χρείαν έχομεν της χρείας παρά των φίλων ως της πίστεως της περί της χρείας» Επίκουρος