Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2007

Της Γιώτας Στρατή *

ΔΥΟ ΝΕΚΡΟΙ ΣΤΗΝ ΓΗ ΤΟΥ ΤΙΓΡΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΥΦΡΑΤΗ
(Γράμμα σ' ένα μισθωτό στρατιώτη, στο Ιράκ)

Με τα χείλη διψασμένα, όπως τη Γη που πατάς
και φλογισμένη την σκια σου ανέχεται
-τη γη του Τίγρη και του Ευφράτη όπου πλημμύρες εγκυμονεί
και ποτέ δεν σε δέχεται,
έρημος άκαρπη η δική μου αγκαλιά τώρα μένει
και σε προσμένει.
Με τα χέρια ανοιγμένα σαν σε σταυρό αθώρητο,
θωρώ έναν ήλιο καυτό, ανελέητο,
έναν ήλιο ασυγχώρητο,
να σφυροκοπάει τις άνυδρες μέρες μου
και να σε λιώνει στις πνιγηρές νύχτες,
όπου οι σκέψεις γυρνούν ακατάπαυστα, ωσάν τρελοί ανεμοδείχτες.
Στο λίγο θρόϊσμα του βοριά, την πόρτα τρέχω ν' ανοίξω,
στο κάθε σύννεφο του νοτιά αμίλητη τους λυγμούς μου θα πνίξω.
Κι ενώ πεθαίνω στο βάρος του χωρισμού, και λίγο ανασταίνομαι
στο μακρινό της φωνής σου άκουσμα "... κάνε κουράγιο, έρχομαι..."

για σε, που συνεστιάζεσαι με τον Θάνατο, συνομιλείς με το Θάνατο,
που λες κλείνεις τα μάτια και μ' ονειρεύεσαι, ξεγελώντας τον Θάνατο,
εγώ, π' αρνούμαι ν' ακούσω πως, δήθεν, ερωτοτροπείς με τον Θάνατο,
πες μου, πως θα κοιτάξω τα μάτια σου π' ολημερίς εκείνος ταλάνιζε;
πως θ' αγκαλιάζω το σώμα σου που μόν' εκείνος αγκάλιαζε;

Πως θα διώξω τις εικόνες φρίκης απ' του νου σου τα βάθη;
στις πτυχές της καρδιάς σου, πως θα σβήσω τα λάθη;
Πως θα δέσω το είναι μου με σένα που έμεινες πίσω;
Πως, όταν βρίσκεσαι πλάϊ μου, ήδη νεκρός, θα σε θρηνήσω;
Κι ας αλώβητος γύρισες, του Τίγρη τ' άγριο μάτι
με τα φαντάσματα του εύφορου, του ματωμένου Ευκράτη,
θα στοιχειώνουν τη μνήμη μας, θα ρουφούν την ψυχή μας,
θα κυοφορούν την Εκδίκηση στη σαθρή ύπαρξη μας...
Πες μου, πως διορθώνεται λογική ισοπεδωμένη
αφού η Πίστη αλλαξοπίστησε και μόνο ο Πόλεμος μένει;

Αν θάρθεις ζωντανός-νεκρός, μη τρομάξεις, καρδιά μου.
Κοιμητήρι απάνεμο θα σε δεχτεί η αγκαλιά μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

«Ουχ ούτως χρείαν έχομεν της χρείας παρά των φίλων ως της πίστεως της περί της χρείας» Επίκουρος