Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2007

Γ ε ι τ ό ν ι σ σ α

(Του Βάιου Φασσούλα)
Γειτόνισσα με τυραννάς, δε με θωράς στα μάτια
πως χύνουνε για σένανε κατάλευκα διαμάντια

Ποτέ δεν καταδέχτηκες σταλιά να με τηράξεις
πως πνίγομαι στα δάκρυα, μια λέξη να μου τάξεις

Όταν σε πρωταντίκρισα καημό μεγάλο πήρα
να παίζει πάνω σ’ η ζωή, να σου γελά η μοίρα

Πως είσαι όμορφη, γλυκιά, στα μάτια και στα χείλη
σπίθες φωτιάς μου πέταξες σα να ’σουν χίλιοι ήλιοι

Τριγύρω μου σαν άνοιξη, η πλάση έχει βλαστήσει,
ο μαραμένος κρίνος σου, πότε θα ξανανθίσει;

Παραμιλώ τα πρωινά, τα γιόματα, τα βράδια
μόνος περνώ μαρτυρικά, τη νύχτα κι είναι άδεια

Χάνεται μέσα μου αργά όλη η ύπαρξή μου
σαν σάκος άδειος έμεινα και σβήνει η ψυχή μου

Τα λογικά σταμάτησαν κι ο πόνος δυναμώνει
κι από αγάπη δυνατή το είναι μου φουντώνει

Γειτόνισσά μου, όμορφη αύρα από την καρδιά μου
δώσ’ μου κλαρί της νιότης σου, μη χάσω τη χαρά μου

Μύριες φωτιές απόχτησα στα βάθη της καρδιάς μου
αν δεν τις σβήσεις, μάτια μου, θα γίνεις ο φονιάς μου

Κάνε, μου λες, υπομονή και μου κρατάς το χέρι,
στη νιότη θα ’χεις πρόσταγμα και στην ψυχή μου ταίρι

Καρτέρα λίγο, γείτονα, τα μαύρα μου να βγάλω
και άνδρα μου μες στην καρδιά για πάντα θα σε βάλω

Τον κρίνο που μαράθηκε εσύ θα τον σκαλίζεις
τα φύλλα του και το κορμί για πάντα θα δροσίζεις

1 σχόλιο:

  1. Ο καλός μας φίλος Βάιος ερωτικός ως φαίνεται, άρχισε μ' ένα ποίημα πλήρως ερωτικού αλλά και εξομολογητικού περιεχομένου. Ας ελπίσουμε να μην το διαβάσει η... ξέρει εκείνος.
    Καλή αρχή
    Στράτος Δουκάκης

    ΑπάντησηΔιαγραφή

«Ουχ ούτως χρείαν έχομεν της χρείας παρά των φίλων ως της πίστεως της περί της χρείας» Επίκουρος