Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2007

Η καρδιά μου, η τσιγγάνα...

Ω! Μη κοιτάζετε πλέον το βαρύ μέτωπό μου,
απ' ασήκωτο σύννεφο την βροχή προμηνύει.
Ειν' το βάρος των χρόνων που λυγίζει τους ώμους,
είν' τα ίχνη βημάτων που σαστίσαν στους δρόμους.

Ειν' το φάσμα ονείρων όπ' ατέλειωτα μένουν
στα μεγάλα συρτάρια και το φως περιμένουν.
Μη κοιτάζετε άλλο το σκυφτό πρόσωπό μου.
Το μοιράστηκ' ο χρόνος, το χαράκωσ' η θλίψη.

Μαραθώνιος το δάκρυ τη χαρά να συνθλίψει.
Όποια αγγίζω ρυτίδα, ποταμός ειν' που τρέχει
την ανείπωτη πίκρα, που σφραγίδα δεν έχει.
Την ψυχή μου κοιτάξτε που συχνά δραπετεύει.

Μ' ένα τόξο καλπάζει, με βοστρύχους λυμένους
λες κι ατίθασο άτι σ' ουρανούς μαγεμένους,
σε κορφές χιονισμένες, σε λιβάδια ανθισμένα,
σε πηγές κοιμισμένες, σ' ακρογιάλια θλιμμένα...

Την καρδιά μου κοιτάξτε, που ξεχνά να γεράσει.
Πέννα αίμα να στάζει στο τρεμάμενο χέρι,
ασταμάτητος τζίτζικας σε καυτό καλοκαίρι.

Σαν βοριάς στροβιλίζεται στη μεγάλη αλάνα
και χορεύει, χορεύει, παθιασμένη τσιγγάνα.

Την ψυχή μου σας δίνω, την καρδιά σας δωρίζω,
κι ας το ξέρω, καμία απ' τις δυο δεν ορίζω!




Γιώτα Στρατή, Η.Π.Α.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

«Ουχ ούτως χρείαν έχομεν της χρείας παρά των φίλων ως της πίστεως της περί της χρείας» Επίκουρος