Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Ο Δάσκαλος και το σονέτο (Αναμνήσεις)

Θάταν το πολύ η τρίτη μέρα, που βγάλαμε τον ΠΥΡΣΟ, όταν σ’ ένα διάλειμμα μ’ έψαχνε ο Γρηγόρης. Έπρεπε μούπε σοβαρός, το απόγευμα την τάδε  ώρα να παρουσιαστώ στον κ. Γυμνασιάρχη Σταύρο Παρασκευαϊδη. Άδικα ψαχούλευα ώρες το μυαλό μου, σαν τι να με ήθελε. Διαισθανόμουν όμως, πως θα ‘πρεπε τούτο το τετ-α-τετ, νάχει κάποιο σοβαρό λόγο. Άρχισα να ανησυχώ!
Φρόντισα φυσικά νάμαι στην ορισμένη ώρα στο σχολείο κι αφού  μάζεψα όλο μου το θάρρος… Αλλά πριν χτυπήσω την πόρτα του γραφείου, αναγκαστικά για όσους τόχουν ξεχάσει, θ’ ανοίξω μια παρένθεση.Όπως όλοι θυμάστε, τα χρόνια εκείνα ήταν Υποδιευθυντής του Α΄ Γυμνασίου μας, μια εικόνα δασκάλου ο Π. Σαμάρας. Αυτό τον τίτλο όμως συνόδευαν και «ουκ ολίγες» γραφικές υποχρεώσεις (υπηρεσιακή αλληλογραφία, εγγραφές, μαθητολόγια κλπ.) δουλειές που ως τότε διεκπεραίωνε  το «Καμπουρέλ» (2), αλλά δυστυχώς στο μεταξύ είχε συνταξιοδοτηθεί. Κι ο καλός μας Παναγιωτάκης που έχαιρε  την αναγνώριση κι εκτίμηση των συναδέλφων και διευθυντού- όχι μόνο για τις διδακτικές του ικανότητες μα και για τις συγγραφικές του επιδόσεις- απέφευγε σαν «το διάβολο το κερί και το λιβάνι», τουτέστιν τη γραφειοκρατία του Γυμνασίου και ζήταγε κάποιο θύμα.
Το λοιπόν με  δική του εντολή και σιωπηρή συναίνεση του Σχολάρχη φορτώθηκα σαν δήθεν «καλλιγράφος» να κρατάω απ’ τις αρχές του 1948 τα τεφτέρια. Έτσι μπαινόβγαινα ελεύθερα στο γραφείο, όπου είχα και μόνιμη καρέκλα στον πάγκο των καθηγητών.
Σήμερα όμως, μια και δεν γνώριζα τι με περίμενε, ήταν διαφορετικά. Με κόμπο στο λαιμό χτύπησα συνεσταλμένος ελαφρά. Καμία απάντηση. Σα να ξεθάρρεψα λιγάκι. Ξαναχτύπησα πιο δυνατά. Σαν άκουσα ένα κοφτό «Εμπρός», άνοιξα και μπήκα. Ευτυχώς που ο Γυμνασιάρχης βυθισμένος στη μελέτη κάποιου βιβλίου ήταν κατάμονος στο γραφείο. Χαιρέτισα και στάθηκα τσίτα μπροστά του. Πέρασαν κάποια δευτερόλεπτα σιγής- σωστός αιώνας για την αφεντιά μου- σαν γύρισε προς τη μεριά μου κοιτάζοντάς με στα σβέλτα πατόκορφα, άκουσα ένα μονόλεξο «ήρθες». Μόλις και πρόσφατα  κάτι να ψελλίσω, είχε σηκωθεί κιόλας απ’ τη θέση του  και με πρόσταξε «Πάμε».
Αλλά για πού; Δεν είχα ιδέα. Βγαίνουμε στον προθάλαμο, τον διασχίζουμε διαγώνια και μπαίνουμε στον αριστερό διάδρομο, κείνος μπροστά, εγώ στο κατόπι και ξαφνικά φρενάρει μπροστά στον τοιχοκολλημένο ΠΥΡΣΟ. Τον βλέπω να ματιάζει στη δεύτερη σελίδα πάνω αριστερά όπου και το ποίημά μου, υπογραμμένο όμως μ’ ένα λίγο – πολύ  καλλιτεχνικό ψευδώνυμο.
-         Δικό σου είναι; με ρώτησε.
-         Μάλιστα κύριε Γυμνασιάρχα.
-         Χμ… για διάβασε το.
-         Που θα το κατέταζες;
-         Στα σονέτα κύριε Γυμνασιάρχα.
-         Πώς ξεχωρίζουν απ’ άλλα ποιήματα;
-         Είναι δεκατετράστιχα, τα αρχικά δύο τετράστιχα και δύο τρίστιχα στο τέλος.
-          Σε ποιο μέτρο γράφονται;
-         Ιαμβικό.
-         Κι ο πέμπτος κι ο ένατος σου στίχος τι είναι;
-          Εν μέρει  ξώφαλτσοι.
-         Κι η ομοιοκαταληξία σου είναι…
-         Σταυρωτή
-         Ποιος δικός μας έχει  γράψει άρτια σονέτα;
-         Ο Μαβίλης κι ο Παλαμάς.
-         Πρόσθεσε Γρυπάρη και Καρυωτάκη με το «Λυκαβηττό» του.
-         Κι απ’ τους ξένους;
-         Ο Δάντε κι ο Μποντλέρ.
Εδώ τερμάτισε την προφορική εξέταση με μια τελευταία παρατήρηση. Η ομοιοκαταληξία του δέκατου τρίτου κουτσαίνει λιγάκι. Γυρίζοντας στο γραφείο με κάθισε απέναντι του και τότε άρχισε  το πρώτο και ύστατο ποιητικό σεμινάριο που παρακολούθησα  στη ζωή μου. Εκεί έμαθα πως ο  Γερμανός Χάμαν χαρακτήρισε την ποίηση  σαν «τη μητρική γλώσσα του ανθρώπινου γένους». Πως η διαφορά απ’ τις άλλες μορφές του γραπτού λόγου, είναι πρώτιστα δομική. Έφερε σαν παράδειγμα την αναλογία πομπού με δέκτη. Ο ποιητής εκπέμπει  τους συγκινησιακούς του κραδασμούς κι ο αναγνώστης ή ο ακροατής ταυτίζεται  ή όχι με το περιεχόμενο των στίχων.
Έκανε ο διαχωρισμό ανάμεσα στην επική, δραματική και τη λυρική ποίηση. Μίλησε διεξοδικά περί αρχιτεκτονικής του στίχου και των στροφών, τη λεγόμενη Στιχουργική, για να φτάσει σε μια «βασιλική»  – όπως τη χαρακτήρισε- μορφή έμμετρου λόγου το ιταλικής προέλευσης Σονέτο. Οι ρίζες του βρίσκονται στην Σικελία του 13ου αιώνα και μάλλον πρόκειται  για ένα είδος ανάπλασης του σημερινού  cazlone. Βλάστησε κι ανδρώθηκε με τη γραφίδα ενός Δάντε και αργότερα του Πετράρχη, πέρασε το 14ο αιώνα τα γαλλικά σύνορα με το Μαρότ για να φτάσει στα πρώτα δύο τετράστιχα το πρόβλημα που τον απασχολεί, για να κάνει με τον ένατο στίχο, την ονομαζόμενη volta προχωρώντας  στη λύση του θέματος, στο τελευταίο στο στίχο όμως καταθέτει το κεντρικό νόημα, σαν ένα είδος κάθαρσης.
Όση ώρα μιλούσε, σπινθήριζαν τα μάτια, χόρευε το μουστάκι κι έτρεχε γάργαρος ο λόγος του, μεστός στοχασμό και γνώση. Ήταν για μένα η πρώτη ακαδημαϊκή παράδοση που έζησα. Όταν τη θυμάμαι σαν νάταν χθες, κλείνω τα μάτια μου και τον ακούγω και τον βλέπω ολοζώντανο μπροστά μου, λες και δεν είναι 60 ολάκερα χρόνια περασμένα.
Τον Δάσκαλό μας, με το ευρύ πνεύμα, τους ανοιχτούς ορίζοντες και το όραμα ν’ αναπτύξει σε μας τα σχολειόπαιδα δεξιότητες, ικανότητες και κάποιους ταλάντους και χαρίσματα. Τον Παιδαγωγό με την ασίγαστη βούληση και το μεράκι  του ανθρώπου που φιλοδοξούσε να μπάζει στην ελληνική κοινωνία, όσο γίνεται περισσότερους ακαδημαϊκούς πολίτες με προσωπικότητα.

Καλότυχοι εμείς που τον γνωρίσαμε!

Δημήτρης Κεφαλίδης- Γερμανία

Σημειώσεις
1)  Αναφέρεται στο Σχολικό Έτος 1948-49 και στις σημειώσεις που  κράτησα ευθύς
2)  Της «Καλλιτεχνίας»
Δημοσιεύτηκε στη 2η σειρά/τεύχος 3ο της περιοδικής Έκδοσης: «Οι συμμαθητές θυμούνται….» των Αποφοίτων Α΄ Γυμνασίου:1948-49  Μυτιλήνη- Νοέμβριος 2007

3 σχόλια:

  1. Κι εγώ που είχα την ιδέα ότι η ποίηση είναι έμφυτη.
    Ασφαλώς για να το διατυπώνω εννοεί ότι δεν πήγα σχολείο!
    Πολύ κατατοπιστικό,πληροφοριακό.

    ευχαριστώ,

    Γαβριήλ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αγαπητέ μου Δημήτρη.
    Πρώτη φορά βρέθηκα μπροστά σε γραφτά σου και στ΄αλήθεια ήταν μια υπέροχη έκπληξη για μένα.
    Φανταστική η άνεση με την οποία ξετυλίγεις τα γεγονότα.
    Θαυμάσιος ο τρόπος που απλώνεις τις καταστάσεις.
    Και δίνεις άψογα αυτό που θέλεις να πεις.
    Περιμένω κι΄άλλα.
    Νάσαι καλά
    Ντένης Κονταρίνης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εκεί ανάμεσα 1948-49, Δημήτρη, ήμουν 2μισυ χρονώ...
    Τί γνώμη μπορεί να έχει ένα μουρέλι μια σταλιά για ποίηση, σεμινάρια και ορισμούς της…

    Έχω ακούσει όμως πολλά –και καλά- για τον καθηγητή Σαμάρα και με τους άλλους που αραδιάζεις πιο κάτω: Παλαμάς, Μαβίλης, Καρυωτάκης, Γρυπάρης, Μποτλέρ… κι ύστερα κάποιοι δικοί μας... που ήταν μετέπειτα οι άγιοι συμπαραστάτες της νιότης μου!
    Ναι, σ’ εκείνα τα χρόνια, Δημήτρη, άρχισα δειλά να ταυτίζομαι κι εγώ με τους «συγκινησιακούς κραδασμούς» των στίχων τους!

    Να ‘σαι καλά και να μην μας ξεχνάς, να συνεχίσεις να μας συγκινείς!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

«Ουχ ούτως χρείαν έχομεν της χρείας παρά των φίλων ως της πίστεως της περί της χρείας» Επίκουρος