Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2007

Απόσπασμα από το βιλίο μου ο Αστροναύτης...

Η ΜΑΝΑ
Ένας πιτσιρικάς ξανθός, λούστρος, γιος γυναίκας του λιμανιού και σκανδιναβού ναυτικού, παιδάκι της πιάτσας (σα των σημερινών φαναριών) άνοιξε την πόρτα του ταξί μου, μπήκε και στρογγυλοκάθισε δίπλα μου, πάμε είπε απλά υπάρχει αγώι.
…Οδήγησα τη μάνα του παιδιού στο σπίτι του γιατρού, σε μια συνοικία που μένουν οι έχοντες και κατέχοντες. Η μάνα χτύπησε την πόρτα, μετά άρχισε να φωνάζει γιατρέ, έ γιατρέεεε, Η υπηρέτρια χολωμένη που της χάλασαν την ησυχία βγήκε στο μπαλκόνι και είπε. Τι φωνάζεις δεν βλέπεις ότι δεν είναι κανένας μέσα, πάει για ψάρεμα, άντε φύγε από εδώ μεσημεριάτικα, κι έκλεισε την πόρτα με τέτοια δύναμη ώστε ακούστηκε σαν πιστολιά. Η μάνα τρόμαξε νόμισε ότι της έριξαν, έπεσαι καταγής να προφυλαχθεί, πάντοτε φοβόταν τις συνοικίες των πλούσιων… Ξανά στο νοσοκομείο χτυπά να της ανοίξουν, στην είσοδο, μια καλόγρια με πεταλούδας σχήματος καπέλο της λέει, δεν είναι ανάγκη για γιατρό το παιδί σου πέθανε. Το έχουν βάλει στο Ανφιτεάτρο στο διπλανό κτίριο, θα πρέπει να το πάρεις από εκεί το συντομότερο. Η μάνα έπεσε κάτω, το λουστράκι την έβαλε ξανά στο ταξί. Πάμε στην αγορά να βρούμε τους χωριανούς μου να με βοηθήσουν, να το μεταφέρουμε στο χωριό μου και να τους έχω και μάρτυρες στον άνδρα μου, να μη με σκοτώσει. Ο ένας πούλαγε καθρεφτάκια, ο άλλος τηγανιτά ψάρια και ο τρίτος έκανε τον παπατζή.
Έβαλαν τα πανέρια τους στο πορτμπαγκάζ, ο παπατζής συνόδευε τη μάνα στο γραφείο, υπόγραψε κυρά μου, μα δεν ξέρω, τότε ας υπογράψει ο πατέρας, μα αυτός δεν είναι ο πατέρας…. Πήγαν στο Αμφιτεάτρο, τους παρέδωσαν ένα παιδικό φέρετρο άσπρο, ο παπατζής το έβαλε στο ώμο, άνοιξα το πορτμπαγκάζ, παραμέρισα τα πανέρια με τα καθρεφτάκια, τα τηγανιτά ψάρια, έβαλα το φέρετρο στη μέση, και ξεκίνησα για ένα χωριό στο μέσον του πουθενά. Στο μπροστινό κάθισμα η μάνα και ο λούστρος, στο πίσω οι τρεις χωριανοί, αν ερχόταν ο γιατρός έκλαιγε η μάνα, αν είχαμε λεφτά απάντησε ο με τους καθρέφτες, ήταν θέλημα Θεού είπε ο με τα ψάρια, θα σας πω εγώ από τι πέθανε είπε ο Παπατζής. Ανακάτεψε την τράπουλα τράβα ένα είπε της μάνας βγήκε ο άσσος μπαστούνι. Ααα! Το χαρτί του θανάτου, ξεφώνιζαν όλοι μαζί, άρα ήταν θέλημα θεού. Ο ξανθός λούστρος τους κοίταζε με ανοιχτό το στόμα, φοβήθηκε για τα τόσα που ήξεραν, ίσως να ήταν και θεοί. Εγώ έρχομαι μαζί για να φάω και να πιω στο ξενύχτι, μου είπε. Τον τσίμπησα να σωπάσει…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Νέα Υόρκη

2 σχόλια:

  1. Άμεσο γρήγορο κείμενο με σχεδόν κινηματογραφικά πλάνα.Φαίνεται και η γόνιμη επίδραση της Λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας
    Φαίδων Θεοφίλου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Στο απόσπασμα αυτό 'Η Μάνα' οι εικόνες εναλλάσσονται πιο γρήγορα από το καθεαυτό κείμενο ένεκα έλειψης χώρου.

    Η απάντησή σου φίλε Φαίδων με ανέβασε στον έβδομο ουρανό!!!!

    Ευχαριστώ

    Γαβριήλ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

«Ουχ ούτως χρείαν έχομεν της χρείας παρά των φίλων ως της πίστεως της περί της χρείας» Επίκουρος