Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2007

H ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Και κάτι άλλο, έτσι για να σπάει η μονοτονία...
Με μεγάλη εκτίμηση

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Κοίτα με καλά κυρ αστυνόμε μου; Μοιάζω εγώ για δολοφόνος και με ρωτάς γιατί έκλεισα το μπακάλικό μου, σαν απόδειξη ενοχής μου; Είμαι ένας απλός φιλήσυχος πολίτης. Έχω περάσει εδώ στη χώρα της αιωνίας Άνοιξης, στη χώρα των Μάγια, ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου, τη θεωρώ ένα κομμάτι του εαυτού μου.
Όταν μπήκε μέσα ο νεαρός, μου έριξε μια ματιά που πάγωσα. Τα φρύδια του πυκνά σκέπαζαν δυο μάτια που γυάλιζαν, μαλλιά μαύρα σγουρά, έμοιαζαν σαν προβιά από την απλυσιά. Τα χείλη του κοκκινοκαφετιά πρησμένα, απ τις άκρες τους κυλούσε ένα ρυάκι αφρού, λες και είχε λύσσα. Φορούσε ένα πουκάμισο πράσινο με ρίγες μαύρες, «Θεέ μου τι άσχημο χρώμα σκέφτηκα» ήταν κουμπωμένο μόνο με το κάτω κουμπί και είχε το χέρι του περασμένο μέσα απ’ το άνοιγμα σα να κρατούσε πιστόλι.
“Τα λεφτά σου, μου σφύριξε.”
Ενστικτωδώς έβαλα το χέρι στην τσέπη μου, να πιάσω το σουγιά μου. Ήταν μια αυθόρμητη κίνηση.
“Τι λεφτά αφού δεν έχω.”
Πριν προλάβω να συνεχίσω άρπαξε απ’ τον πάγκο ένα πανέρι γεμάτο αυγά και το έβαλε στα πόδια.
Πως είπες κυρ αστυνόμε μου, δεν σε ενδιαφέρουν όλα αυτά; Αλλά σου τα λέω διότι θέλω να με καταλάβεις.
Μα όχι κυρ αστυνόμε μου, δεν έχω ανακατευτεί ποτέ στην πολιτική, ούτε έχω φίλους δικαστές.
Το επάγγελμά μου ναυτικός, τώρα το πως βρέθηκα εδώ με μπακάλικο; Ε! αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Έχεις ακούσει καμιά φορά για τον Οδυσσέα;
«Μα ναι, το έχω διαβάσει στα κόμικς.»
«Ε! λοιπόν, εγώ εδώ βρήκα την Καλυψώ.»
«Εννοείς τη μάγισσα;»
«Έ, όχι κυρ αστυνόμε μου, εννοώ μια γυναίκα.»
Με κοίταξε παράξενα, ήταν φανερό ότι δεν με πίστευε.

Κυρ αστυνόμε μου, από μικρός πάντοτε κουβαλούσα μαζί μου ένα σουγιά, είναι μια συνήθεια που φέρνω μαζί μου απ’ το μέρος που γεννήθηκα. Πάντοτε είχα την λάμα του ανοιχτή και κρυμμένη κάτω απ’ το μανίκι του πουκαμίσου στον καρπό του χεριού. Ήταν ένα είδος ασφάλειας του ατόμου μου στις κακόφημες συνοικίες των λιμανιών, στις αρπαχτικές διαθέσεις των σειρήνων, απ’ τους ποδηλάτες του Κίνγκστον, ένα ψυχολογικό αντιστάθμισμα της ύπαρξής μου.
Λοιπόν όπως σου έλεγα κυνήγησα τον κλέφτη, τον πρόφτασα στην στροφή του δρόμου, είχε βάλει το πανέρι με τ’ αβγά στο κεφάλι του και προχωρούσε γρήγορα, δεν έτρεχε για να μη δώσει υποψία.
Χωρίς μιλιά του κατάφερα μια μαχαιριά στον πισινό, σα μια γρατσουνιά, όχι για να τον σκοτώσω αλλά για να μου δώσει το πανέρι. Αυτή την στιγμή είδα τον εαυτόν μου μικρό παιδί να προχωρεί στα λασπωμένα καλντερίμια των λιμανιών, γυναίκες της νύχτας να με φωνάζουν από δεξιά, από αριστερά σαν αρπακτικά όρνεα κι εγώ να προχωρώ με τον σουγιά ανοικτό κρυμμένο στην τσέπη.
Πως είπες κυρ αστυνόμε μου ξέφυγα απ το θέμα;
Μα θέλω να σου δώσω να καταλάβεις ότι ο σουγιάς είναι για μένα ένα φυλακτό, κάτι σαν εικόνισμα, τον κουβαλάω απ’ τη μέρα που γεννήθηκα, είναι το μέρος μου, το χωριό μου, τα Μαρκάτα, η Κεφαλονιά μου, η πίστη μου, κάτι τι δικό μου που με προστατεύει, στη αρχή όταν ήμουν μικρός είχα έναν άγαρμπο σουγιά Κολοκοτρώνη, μετά ένα ποιον λεπτό το λεπενάρι, και τώρα έχω Ελβετικό με πολλές λάμες.
Δεν είμαι εκ προμελέτης φονιάς που θέλετε να με παρουσιάσετε.
«Άντε τελείωνε, μετά τι έγινε;»
Τελειώνω κυρ αστυνόμε μου, τελειώνω.
Ο κλέφτης έβγαλε μια φωνή ωχ! Γύρισε το κεφάλι και με κοίταξε έκπληκτος, είναι δικά μου είπα ξανασήκωσα το σουγιά, άφησε το πανέρι κάτω κι άρχισε να τρέχει, γέμισα τα χέρια μου σπασμένα αυγά, τα πήρα έτρεξα προς το μαγαζί.
«Φτάνει μέχρι εδώ, με ζάλισες, δεν μου λες από ποιο μέρος είσαι;»
Μα από την Πύλαρο, κυρ αστυνόμε μου, από την Πύλαρο.


Copyright@ February 2007 by: Γαβριήλ Παναγιωσούλης
New York

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

«Ουχ ούτως χρείαν έχομεν της χρείας παρά των φίλων ως της πίστεως της περί της χρείας» Επίκουρος