Κυριακή, 6 Μαΐου 2007

ΧΑΜΕΝΗ ΨΥΧΗ

Πικραμένο μου σπουργίτι, μες στη μαύρη συννεφιά,
της ζωής στάζεις το δάκρυ,
που η ζωή δε σε κερνά.
Είναι η ώρα και σε ντύνει, του ονείρου η ξαστεριά,
που η αγκαλιά; ποια ελπίδα;
που το χέρι; ποια ζεστασιά;

Πως πονά, που σε πονάνε, τα παιδιά τ’ αμαρτωλά,
με τα χέρια σε ικεσία, στις αυλές στα σκοτεινά.
Πως πονά που σε πονάνε, τα παιδιά με τα καρφιά,
στις ουλές σαν σε χτυπάνε,
σε χτυπάν απανωτά.

Ήρθ’ η ώρα, πάει το αίμα,
άσπρισε και χάλασε,
το μυαλό, μέσα στη μπόρα,
σάστισε και πάγωσε.
Περασμένα μεγαλεία, είναι τώρα για να κλαις,
επανωτά σαν σε χτυπάνε,
σε χτυπάνε στις ουλές.

Πως πονά, που σε πονάνε, τα παιδιά τ’ αμαρτωλά,
με τα χέρια σε ικεσία, στις αυλές στα σκοτεινά.
Πως πονά που σε πονάνε, τα παιδιά με τα καρφιά,
στις ουλές σαν σε χτυπάνε,
σε χτυπάν απανωτά.

Το παράπονό σου στάζει,
είναι ένα μαρτύριο,
τότε ήσουν χελιδόνι,
τώρα Θλιβερό εμβατήριο.
Πάει η ώρα, πάει η μέρα,
πάει ο χρόνος σου έφυγε,
κάθε βήμα κι είναι κόπος,
η ανάσα σου έσβησε.

Πως πονά που σε πονάνε, τα παιδιά τ’ αμαρτωλά
με τα χέρια σε ικεσία,
στις αυλές στα σκοτεινά.
Πως πονά που σε πονάνε, τα παιδιά με τα καρφιά,
στις ουλές σαν σε χτυπάνε,
σε χτυπάνε απανωτά.


Δημήτρης Γ. Ζαχαρόπουλος

1 σχόλιο:

  1. Αγαπητέ μου Δημήτρη,
    Χάρηκα που ξαναέβαλες δικό σου κείμενο στους Μ. Αντίλαλους, όπως θα παρατηρείς πολλοί ολίγοι λαμβάνουν τον κόπο να ρίξουν μια ματιά, ή να γράψουν κάτι τι δικό τους, ή να σχολιάσουν, να κάνουν μια κίνηση ότι ζουν, ότι υπάρχουν.
    Έτσι είναι λίαν ενθαρρυντικό η παρουσία σου στο Μπλογκ της εελσπη.

    Στο σπουργιτάκι σου, δείχνεις όλο το ψυχικό σου φιλεύσπλαχνο μεγαλείο, που γίνεται αγάπη, χελιδόνι, κλάμα… που αντανακλά την καρδιά σου, σε μια στοργική τρυφερότητα στο αθώο σπουργιτάκι.

    Κάποτε στη ζωή μου έμενα στην Αθήνα εποχή του εμφυλίου, τότε οι στάβλοι του στρατού ήταν πάνω από το Ιπποδρόμιο οδός Μεγίστης στην Καλλιθέα, κοντά στη στάση Χρυσάκι.
    Πηγαίναμε λοιπόν τα παιδάκια της γειτονιάς και στήναμε παγίδες πάνω στην κοπριά των αλόγων, εκεί γέμιζε από σπουργίτια, όταν έπεφτε κανένα στα χέρια μας , έ! τι πεσκέσι ήταν αυτό, το τρώγαμε τηγανιτό…
    Ήταν η επιτακτική ανάγκη επιβίωση της εποχής, σήμερα άλλαξαν οι καιροί το σπουργιτάκι καθρεφτίζει την ψυχική μας ανάγκη, κατανόησης, ανθρωπιάς, αγάπης κι ένα σωρό άλλα πνευματικά αγαθά…

    Γαβριήλ Παναγιωσούλης
    Νέα Υόρκη

    ΑπάντησηΔιαγραφή

«Ουχ ούτως χρείαν έχομεν της χρείας παρά των φίλων ως της πίστεως της περί της χρείας» Επίκουρος