Τρίτη, 12 Ιουνίου 2007

Apo Gabriel

Φίλοι μου,
Ζητώ την κατανόησή σας, γράφω γιατί ξαναζώ μια χαμένη μου ζωή, γράφω γιατί ξεφεύγω από την καθημερινή ρουτίνα, το χρειάζομαι, ξεφυλλίζοντας τα παλιά μου βιβλία υπάρχω…

Ευχαριστώ που με διαβάζεται...


Γαβριήλ Παναγιωσούλης


…η μάνα μου, μου έλεγε ότι ήμουν τυχερή που γνώρισα τον Τζώνη, θα έφευγα από τη μιζέρια, να πλένω ρούχα φαντάρων, θα είχα ευκαιρία να γνωρίσω κι άλλους ανθρώπους, ίσως να γινόμουν και πλούσια. Το μπαρ είχε μια κίτρινη επιγραφή

«Μπαρ ο Άσσος Κούπα» κίτρινο το χρώμα του μίσους σκέφτηκα. Στη πραγματικότητα ήταν μια καλύβα στο πίσω μέρος της αγοράς,. Όταν έβρεχε τα χαντάκια που περνούσαν απ’ έξω γέμιζαν λάσπες, πολλοί από τους πελάτες πιωμένοι όπως ήταν έπεφταν μέσα. Την άλλη μέρα ο Τζώνη ανέλαβε να μου μάθει τα πιοτά, δηλαδή πώς να σερβίρω τη μπύρα και το ρούμι, για τη μπύρα μεζές αυγά χελώνας για το ρούμι λεμόνι πράσινο και αλάτι. Στους φαντάρους πάντοτε με αλάτι, ο πολύς κόσμος δεν ερχόταν φοβόταν τους φαντάρους.
Ο Τζώνη μου αγόρασε φανταχτερά ρούχα, φτιασίδια, έγινα όμορφη, με σύστησε στον διοικητή της στρατιωτικής βάσης, είχε δυο φορές τα χρόνια μου ίσως και παραπάνω, αλλά ήταν συνταγματάρχης με τρία αστέρια. Με έπαιρνε βόλτα με το τζιπ, προτιμούσε τις νύχτες σα να φοβόταν κάτι, ο οδηγός ένας κουρεμένος ήταν και σωματοφύλακάς του. Πηγαίναμε κρυφά σε μυστικά μέρη εκεί που δεν μπορούσε να μας δει κανένα μάτι με τον φαντάρο σκοπό να φυλάει απ’ έξω ήταν ένα φαγάδικο με πιοτό και με δωμάτια από πίσω κρυμμένο στην πρασινάδα, «Το παπί Ντόναλντ» εκεί αγκαλιαζόμαστε ήταν ο πρώτος μου άνδρας, ποτέ δεν ξημερώσαμε μαζί ήταν σα να φοβόταν κάτι, έκλαιγα από υπερηφάνεια δεν το κρύβω, ο συνταγματάρχης στα πόδια μου. Και που να το μάθαινε η μάνα μου θα χαιρόταν απ’ τη γνωριμία μου. Ο Τζώνη γελούσε χαρούμενος θα ανανέωνε το κοντράτο προμήθειας κρέατος στην στρατιωτική Βάση. Για μένα ήταν η αρχή, μετά αφού με βαρέθηκε ο συνταγματάρχης ήρθαν οι λοχαγοί, οι δεκανείς οι φαντάροι, σκληροί με αρβύλες που βρωμούσαν, και ήταν πολλοί, είχα γίνει ένα κουρέλι ψυχή και σώμα, δε είχα τη δύναμη να αντιδράσω ούτε με ενδιέφερε πλέον. Η φήμη είχε απλωθεί, ήμουν μικρή ανήλικη, καινούρια στο κλαρί, αλλά μου άρεσε κι εμένα, έβγαλα το άχτι μου έκανα τη μεγάλη ζωή.
Ταξί έφερε έναν πελάτη με μπλε στολή με σιρίτια στις επωμίδες, νόμισα ότι ήταν καπετάνιος, μου συστήθηκε Ιβάν τελωνειακός, τι κάνεις εσύ εδώ μέσα τόσο μικρή με αυτούς του φαντάρους, αξίζεις καλύτερη τύχη. Θα σε πάρω από εδώ,
Μόνο κρυφά του είπα το κορμί μου είναι πουλημένο δεν μπορώ.
Μου έγραψε μια διεύθυνση, αυτή είναι μια φίλη μου έχει μπαρ και εστιατόριο, θα σε προστατέψει πήγαινε σε αυτή και θα έλθω να σε βρω.
Τι έχω να χάσω σκέφτηκα ας πάω.
Η Μάρθα με περιεργάστηκε σα να αγόραζε κοτόπουλο, Ιβάν φίλε μου άσε την εδώ, σαν καλή φαίνεται θα στρώσει. Πέρασα τη νύχτα με το Ιβάν, χάρηκε το κορμί μου, την επομένη με φώναξε η Μάρθα, θα με βοηθήσεις να πάμε να επισκεφτούμε τις κόρες μου, είναι εσωτερικές σε σχολή καλογραιών, φώναξε ταξί γιατί αυτή δεν οδηγούσε. ήταν περίπου 200 χιλιόμετρα στο εσωτερικό……
Η μεγάλη σιδερένια πόρτα άνοιξε οι καλόγριες υποδέχθηκαν την κ Μάρθα, εγώ ακολουθούσα φορτωμένη με πακέτα και δώρα για τις κόρες της, ξάφνου στρίγκλισε, όχι αυτή μην την αφήσετε να μπει μέσα, δεν βλέπετε είναι τέτοια, η καλόγριες με κοίταξαν σα να είχα λέπρα , πήραν τα πακέτα από τα χέρια μου και μου έκλεισαν κατάμουτρα την πόρτα. Να πας να με περιμένεις με τον ταξιτζή, φώναξε η Μάρθα.
Ένας καλόγερος με καφετιά τριγωνική κουκούλα που έφθανε έως τα πόδια του, με μια ζώνη με φούντες χτύπησε συνθηματικά το μεγάλο πορτόνι της μονής, μια καλόγρια άνοιξε, κοίταξε δεξιά αριστερά μην τους βλέπει κανένας και τον έμπασε μέσα.
Πήγα και κάθισα μαζί με τον ταξιτζή, σε αυτό το άγιο μέρος δεν υπήρχε ούτε ένα μπαρ να ξεδιψάσουμε, έτσι από κάτω από τον ίσκιο ενός δένδρου, ξάπλωσα κι έβαλα το κεφάλι μου στου ταξιτζή τα γόνατα, μου άρεσε θα σε κάνω φίλο του είπα, θα σε πληρώνω, του είπα τους πόθους μου τα όνειρά μου, του ζήτησα να με βοηθήσει να πιάσω ναυτικό φίλο, να κάνω παιδί σαν κι αυτούς ξανθό, να μοιάζει με χερουβίμ σαν αυτούς τους αγγέλους που είναι δίπλα από την εικόνα της Μαρίας, να έχω το γιο μου ένα αγαλματάκι να το βάλω δίπλα στην Παρθένο έτσι όταν οι πιστοί θα προσκυνούν να βλέπουν το γιο μου……

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

2 σχόλια:

«Ουχ ούτως χρείαν έχομεν της χρείας παρά των φίλων ως της πίστεως της περί της χρείας» Επίκουρος