Είναι που «πιάνεται» η καρδιά μου κάθε που πέφτει η ματιά επάνω του, να
δείχνει έτσι παρατημένο και ξεχασμένο. Τι πράμα και τούτο. Δεν αγαπήθηκε, το
’ξερα, δε το συμπάθησαν… Φάνηκε απ’ την αρχή. Το «αρμολόγησα» για έναν σκοπό
σημαντικό. Απαξιώθηκε τότε και… δεν του άξιζε. Και τ’ άφησα να ταξιδεύει
ακυβέρνητο στον ορίζοντα, με αιωρούμενες από πάνω του υποψίες, αβεβαιότητες κι
αμφιβολίες πιασμένες χέρι χέρι με το δίλημμα: «μ’ αγαπάν δεν μ’ αγαπάν»…
Ωστόσο με τον καιρό, βρήκε θέση για άλλο σκοπό, πιο αγαπησιάρικο και το
«συναρμολόγησα» εκ νέου, με άλλα υλικά και… «Συνιδιοκτήτες». Πόρτες ανοιχτές
και προμετωπίδα τον πολιτισμό της φιλοξενίας. Είχε αισθητική, είχε λόγο -
«οπαδούς» δεν είχε...
Αναρωτήθηκα –κι ακόμα αναρωτιέμαι– τι σόι καύσιμο έβαλα ο καψερός και δεν
έπαιρνε μπροστά η μηχανή του. Έμεινε στην άκρη για καιρό. Έτσι σώπασα κι εγώ
αφήνοντάς το δίχως φωνή και τα λόγια δίχως πνοή. Να υπάρχουν μέσα του. Για
όποιον τ’ αναζητήσει. Για την ιστορία…
Είναι που «πιάνεται» η καρδιά μου κάθε που πέφτει η ματιά επάνω του κι είπα
να τ’ αναστήσω για μένα. Να καταθέτω λόγια, εικόνες και μουσικές. Είναι που από
τα μικράτα μου αυτά λάτρευα και συνεχίζω να τα λατρεύω.
Μια το λόγο, μια την εικόνα και μια τη μουσική. Για να μείνουν αποτυπωμένα
στην παλέτα της καρδιάς μας.
Από σήμερα λοιπόν οι Μακρινοί Αντίλαλοι και πάλι εδώ για ένα νέο ξεκίνημα. Ελπιδοφόρο!






