Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Στο άλογό μου: Ν. Καββαδία


Το αφήγημα «Στο άλογό μου» γράφτηκε στο χωριό Κούδεσι το 1941 και πρωτοδημοσιεύτηκε στον στον τόμο «Το Θαύμα της Αλβανίας απ' τη σκοπιά της ΙΙΙ Μεραρχίας» του Ξένου Ξενίτα το 1945.

Στο άλογό μου
Το να γράψει κανείς σ' έναν άνθρωπο, είναι ίσως εύκολο στους πολλούς. Το να γράψει σ' ένα ζώο, είναι αφάνταστα δύσκολο. Για τούτο φοβάμαι. Δε θα τα καταφέρω.

Τα χέρια μου έχουνε σκληρύνει από τα λουριά σου, κι η ψυχή μου από άλλη αιτία. Όμως πρέπει. Αισθάνομαι την ανάγκη. Γι' αυτό θα σου γράψω.

Στην αρχή δεν με ήθελες. Καταλάβαινες σε μένα τον άπραγο με το αδύνατο χέρι. Είχες δίκιο. Ίσως για πρώτη φορά έβλεπα άλογο από τόσο κοντά. Τ' άλογα που είχα δει στη ζωή μου ήτανε στα τσίρκα, που τα δουλεύανε κοζάκοι, και στις κούρσες, που τα παίζαν οι άνθρωποι. Αυτό με είχε πειράξει. Δεν είστε προορισμένα για τόσο χαμηλές πράξεις. Ας είναι... Αυτό είναι μιαν άλλη ιστορία, καθώς λέει ο Κίπλινγκ, αυτός που τόσο σας είχε αγαπήσει και ιστορήσει.

Το ξέρω πόσο σε κούρασα. Στραβά φορτωμένο ακολούθησες υποταχτικά στις πορείες της νύχτας. Γρήγορα γίναμε φίλοι. Με συνήθισες. Έπαψα πια να σε χάνω μέσα στ' άλλα τα ζώα της Μονάδας μας. Έπαψα να μη σε γνωρίζω.

Αν αρχίσω τα «θυμάσαι» δε θα τελειώσω ποτέ. Λατρεύω τη συντομία! Θα σου θυμίσω μονάχα τρεις νύχτες μας. (Απορώ με τον εαυτό μου απόψε. Τόσο στοργικά δε μίλησα ποτέ σε κανένα).

Θυμάσαι τη νύχτα με τη βροχή; Ανελέητα κι οι δυο μουσκεμένοι, προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα. Μόνοι. Σε οδηγούσα ή με οδηγούσες; Κάρφωνα τα νυσταγμένα μου μάτια στο νυχτερινό παραπέτασμα, όπως δεν τα κάρφωσα τότε που αναζητούσα φανάρια στη Βόρειο θάλασσα. Η όσφρησή σου μας έσωσε. Ένας στάβλος μάς έγινε άσυλο. Παραμερίσαμε το σανό κι ανάψαμε μεγάλη φωτιά. Λέω, ανάψαμε. Εσύ μου 'δινες θάρρος. Ξαπλωμένος σ' άκουα να μασάς. Κατόπι σου μίλησα. Ποτέ δε συμφώνησα με τους ανθρώπους όπως τότε με σένα. Κοιμηθήκαμε συζητώντας. Εγώ ξαπλωμένος στο χόρτο. Εσύ όρθιο. Πόσοι άνθρωποι δεν κοιμούνται όρθιοι περπατώντας δίχως να 'χουν τη δική σου νόηση; Ας είναι...

Η δεύτερη νύχτα: Τότε που μπήκαμε μ' άλλους πολλούς μες στη μάχη. Μπορούσε κοντά από 'κεί να κουβαλήσουμε τραυματίες. Ακούσαμε μαζί τον θόρυβο του πολέμου και τον συνηθίσαμε. Πήραμε το παλικάρι με το πληγωμένο πόδι και φύγαμε. Ποτέ μου δε σε είδα πιο προσεχτικό και τόσο αλαφροπάτητο. Είχες ξεχάσει κείνο το νευρικό σου συνήθειο να πηδάς σηκώνοντας το σαμάρι. Τα 'χες όλα νιώσει ίσως πριν από μένα.

Και τώρα, η νύχτα στο βουνό με τη λάσπη: βαρυφορτωμένοι, κατάκοποι προχωρούσαμε. Είν' αφάνταστη η λύπη κι η κακομοιριά που δοκιμάζεις σαν αισθάνεσαι να 'σαι και να βλέπεις ανθρώπους και ζώα και τα πάντα μες στη λάσπη.

Άλογα και μουλάρια πεσμένα μάς κόψανε το δρόμο. Εμείς προχωρούσαμε. Άξαφνα έπεσες. Πέσαμε θέλω να πω. Με τα δυο σου πόδια σπασμένα, με το κεφάλι χωμένο στις λάσπες. Θυμάσαι πόσο προσπάθησα. Δεν το κατόρθωσα. Πρέπει να νιώσεις καλά πως δε φταίω. Ποτέ δεν προσπάθησα τόσο. Έμεινα δίπλα σου ολόκληρη νύχτα. Πιο πέρα από μας ένας Ιταλός σκοτωμένος. Πάνω μας η Μεγάλη Άρκτος, το Βόρειο Στέμμα, ο Αστερισμός του Ωρίωνα ψιχάλιζαν φως.

Δεν είδα ποτέ πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι. Γύρισα πάντα τα μάτια μου από το θάνατο. Μα φαντάζομαι...

Παύω. Φοβάμαι μήπως πω λόγο μεγάλο.

Φυλάω ακόμη το ξυστρί και τη βούρτσα σου. Κι όταν κάποτε κι αυτά θα τα παραδώσω, θα σε φυλάξω στη μνήμη μου.

Οι κάλοι των χεριών μου από τα λουριά σου μου είναι τόσο αγαπητοί, όσο εκείνοι που κάποτε απόχτησα στις θαλασσινές μου πορείες. Θα σου ξαναγράψω!...

Κούδεσι, Μάρτης 1941

Σύνταξη/επιμέλεια: Κεφαλονίτικα Νέα
Πηγές: Εφημερίδα Αυγή, περιοδικό ως3, Νίκος Καββαδίας, Του πολέμου. Στο άλογό μου, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1987, σ. 35-39

Απο τα Κεφαλονίτικα Νέα.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης







3


4 σχόλια:

  1. Καλέ μου φίλε Γαβριήλ,
    Η φιλία μεταξύ ανθρώπου και ζώου πολλάκις παίρνει τέτοιες διαστάσεις που μπορεί να γίνει δυνατώτερη από την φιλία δύο ανθρωπίνων όντων.
    Κάποτε εκλαψα γοερά για την απώλεια της μικρής μου γατούλας που την είχαμε ονομάσει "ΦΕΤΑ" επειδή ήταν κάτασπρη.
    Επίσης θυμάμαι πάντοτε με πονετική νοσταλγία τον "ΒΙΛΛΗ" τον σκύλο των παιδικών μου χρόνων στην κατοχή που τον είχαμε ονομάσει Βίλλη προς τιμήν ενός Γερμανού αξιωματικού που ήλθε με δύο στρατιώτες να επιτάξει το σπίτι μας κι όταν ο διερμηνέας του είπε ότι η μάνα μου μόλις είχε χηρέψει(ο πατέρας μου πέθανε τρείς μήνες προτού να μπούνε οι λεγεώνες του Χιτλερ στην πατρίδα μας) και είχε τρία μικρά κουτσούβελα ορφανά, μας λυπήθηκε, έδειξε τον ανθρωπισμό του και άφησε το σπίτι ελεύθερο για εμάς!
    Δεν με εκπλήσει λοιπόν καθόλου αυτή η ωραία και συναισθηματική ιστορία που μας προσφέρεις. Άλλωστε είναι γνωστό πόσο αφωσιωμένα και πιστά είναι τα ζώα στον κύριό τους.
    Καλλίτερα λοιπὀν είναι,φίλε μου, να έχεις μία αγνή και πιστή φιλία με ένα ζώον παρα μία υποκριτική με έναν άνθρωπο!...
    Να είσαι καλά μαζί με την όμορφη οικογενειά σου
    Με την φιλική μου αγάπη
    δημήτρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλημέρα σας με το εσάς εννοώ μαζί με την Άσπα αγαπητέ μου φίλε Δημήτρη.

    Αυτό το αφήγημα- του Ν. Καββαδία γραμμένο στο Αλβανικό μέτωπο υπολογίζω το 1940 είναι τόσο ανθρώπινο τόσο ειλικρινές και οι δυο τους το άλογο κι αυτός να προσπαθούνε να επιβιώσουν απ' τα κακά του πολέμου μα και του καιρού.
    Με τι αγάπη κάνει την παρακάτω εξομολόγηση στο άλογό του!
    (Ποτέ δε συμφώνησα με τους ανθρώπους όπως τότε με σένα. Κοιμηθήκαμε συζητώντας. Εγώ ξαπλωμένος στο χόρτο. Εσύ όρθιο. Πόσοι άνθρωποι δεν κοιμούνται όρθιοι περπατώντας δίχως να 'χουν τη δική σου νόηση; Ας είναι...)

    Κάποιος έλεγε ότι τα ζώα είναι οι πιο πιστοί φίλοι και δεν σου ζητούν τίποτα in return.

    Ευχαριστώ,
    Χαιρετισμούς
    με αγάπη

    Γαβριήλ


    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Συγκλονιστικό και συνάμα πολύ τρυφερό το διήγημα του Νίκου Καββαδία που με ναυτικά γεγονότα μας είχε συνηθίσει στα ποιήματά του. Ομολογώ πως δεν το γνώριζα τούτο το κείμενο. Το διάβασα και αμέσως μου ήλθαν στο νου τούτοι οι στίχοι από ένα τραγούδι του Γιάννη Χαρούλη: «Ο καβαλάρης τ' άλογο το 'χε μες στην καρδιά του. Που να 'βρει φίλο πιο καλό να λέει τα μυστικά του», το οποίο μπορείς ν’ ακούσεις εδώ:
    https://www.youtube.com/watch?v=SYTX__Dd_nE

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καλησπέρα από ΝΥ φίλε Στράτο.
    Ούτε κι εγώ γνώριζα ότι υπήρχε τούτο το κείμενο του Ν. καββαδία.
    Βρήκα ακόμη άλλο ένα απ' το μέτωπο της Αλβανίας "Του Πολέμου" το οποίο γράφτηκε το 1969 και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Αυγή 26 Οκτ. 1975.
    Το έχω υπ' όψη μου και θα το δημοσιεύσω προσεχώς...

    ευχαριστούμε

    Γαβριήλ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

«Ουχ ούτως χρείαν έχομεν της χρείας παρά των φίλων ως της πίστεως της περί της χρείας» Επίκουρος