Στα μονοπάτια του χρόνου η ζωή ταξιδεύει με το ρυθμό
της. Σήμερα παραδοσιακά ο Χειμώνας παραδίδει τη σκυτάλη
του στην Άνοιξη. Κι αυτή, μας δίνει, με χίλιους τρόπους, τη
δυνατή αίσθηση της ομορφιάς! Την ομορφιά της ζωής με την αναγέννηση της φύσης!
Και δεν είναι μόνο αυτό, τι
σύμπτωση… είναι και η ημέρα της Ποίησης!
Λένε πως οι ποιητές είναι εκείνοι που δίνουν στις διαθέσεις ονόματα.
Μήπως το
όνομα Άνοιξη το έδωσαν οι Ποιητές;
Όπως και να ’ναι, εγώ με τα δανεισμένα λόγια του ποιητή μας Οδυσσέα Ελύτη: «Την Άνοιξη, αν δεν τη βρεις, τη φτιάχνεις» την καλωσορίζω,
φτιάχνοντας μια εικόνα για να δώσω χρώμα,
αυτό που λείπει από την καθημερινότητά μας.
Και
επ’ ουδενί λόγο θα άφηνα μόνη και παραπονεμένη στη μοναξιά της την άλλη εορτάζουσα
την Ποίηση κι ας λέει ο Γιάννης Ευθυμιάδης πως «η ποίηση είναι σχέση ανάμεσα
σε δύο μοναξιές: αυτή του ποιητή και εκείνη του αναγνώστη». Ενώ η μεγάλη μας ποιήτρια Κική Δημουλά: μας λέει πως είναι: «Μια συνάντηση με τις λέξεις που έχουν καθαρά
βασανιστικές προθέσεις απέναντί μου. Μου αντιστέκονται και πρέπει να κάνω
μεγάλες διαπραγματεύσεις μαζί τους». Και συμπληρώνει: «Αυτή
είναι η ποίηση, μια σιωπηλή ιεροτελεστία,
εσώτερης έκφρασης του απρόβλεπτου και του ανέκφραστου»…
Ας βάλουμε
λοιπόν στη ζωή και στις στιγμές μας –θα μας χρειαστεί– λίγο Ελύτη, λίγο Λόρκα, λίγο Λειβαδίτη, λίγο…, λίγη… το έχουμε ανάγκη, έστω λίγη Δημουλά… ας πούμε, έτσι για να συμπληρώσουμε το λίγο του κόσμου που μας απόμεινε…
Περπατώ και
νυχτώνει.
Αποφασίζω και
νυχτώνει.
Όχι δεν είμαι
λυπημένη.
Υπήρξα περίεργη
και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα.
Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των
λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν
οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα
γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα
οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν είμαι
λυπημένη.
Μίλησα πολύ.
Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες,
στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις
αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω
χέρια
και να χάνω
χέρια.




