Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2007

Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ

Αγαπητοί φίλοι, για να σπάσει η μονοτονία των ποιημάτων έγραψα κι ένα πεζό, με Κεφαλλονίτικους ιδιωματισμούς, έτσι για την γνησιότητα του κειμένου!!!!!!!!!
1) πικιόνι= κύπελο
2) φίσουνας=χαρταετός
3) πορτόνι= πόρτα αυλής
4) καραμπάνα= παιχνίδι με ενα πόδι, κουτσό
5) βίσαλο= κομμάτι κεραμίδι...

Γαβριήλ Παναγιωσούλης, Νέα Υόρκη

Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ

Μαλλί μακρύ, μαύρο, αχτένιστο, ίσιο λιγδερό που έφτανε μέχρι τους ώμους, γυάλιζε από τη λαδιά της απλυσιάς, ένα σακάκι άχρωμο, φαινόταν καφετί, κάτι σαν λασπόχρωμα, από την πολυκαιρία η φόδρα είχε ξεφτίσει, το αεράκι φυσούσε και χάιδευε τα ξελουρίδια της φόδρας, που κρεμόταν, σα να ήταν τριζόνια φίσουνα που πετούσαμε με σπάγκο βενέτικο κερωμένο από κερί μέλισσας.
O γείτονας μου αδιαφορούσε για τα πάντα, υπήρχε μόνο γιατί γεννήθηκε.

Φορούσε το σακάκι μόνο απ’ το ένα χέρι, το άλλο μανίκι κρεμότανε σα να βάραινε και τραβούσε προς τα κάτω τη γυρτή του πλάτη, πρόσωπο ηλιοκαμένο, με αραιές τρίχες εδώ κι εκεί, στο χέρι που φορούσε το μανίκι κρατούσε ένα άδειο πικιόνι, με το άλλο χέρι χτύπησε το τσίγκινο πορτόνι της αυλής.
Εκείνη τη στιγμή χάραζα στο χώμα της αυλής μ’ ένα ξυλάκι το σχήμα μιας καραμπάνας, είχα βρει και αμάδα από βύσαλο, περίμενα τ’ αδέλφια μου να παίξουμε, όταν ακούστηκε χτύπημα στο πορτόνι.

Μικρό παιδάκι έτρεξα ν’ ανοίξω, μου πρόβαλε το πικιόνι, χωρίς μιλιά, μετά είπε
-Τσάι…
-Πήρα το πικιόνι κι έτρεξα στη μάνα μου
Του έκλεισα το πορτόνι, τον έκρυψα από τα μάτια μου, για να μην του πέσει και καμιά ψείρα. Έτσι είχα ακούσει απ’ τους μεγάλους, να λένε.
Όρθιος περίμενε απ’ έξω, δεν τόλμησε να μπει στην αυλή, μου φάνηκε σαν ένας ασκητής, αυτούς που σκοπό τους έχουν ν’ αγιάσουν, για να τους προσκυνούν οι άνθρωποι.
Η μάνα μου γέμισε το πικιόνι τσάι, του το έδωσα, δεν μίλησε.
Απελευθερωμένος απ’ την σκλαβιά της ύλης το πήρε και τράβηξε για τη φωλιά του, ένα πέτρινο πεζούλι στην αυλή του σπιτιού, κάτω από μια μισο-ξηραμένη περγουλιά εκεί που δεν έφτανε ο ίσκιος του κυπαρισσιού, όπου πάνω του λαλούσαν μόλις σουρούπωνε οι γκιώνηδες…
Δεν ξέρω αν έβλεπε ποτέ του όνειρα, μα αν έβλεπε πως θα ήταν;
Θα πρέπει τα όνειρα του νου του να ξέφευγαν απ’ τα όρια της Πυλάρου σ’ ένα παγκόσμιο φανταστικό κόσμο υπαρξισμού όπου θα συναντιόταν κάνοντας παρέα με τον Γάλλο συγγραφέα Αλμπέρ Καμύ, ψάχνοντας να βρουν τον σκοπό της ύπαρξης του ανθρώπου πάνω στη γη.

* Copyright January 2007 by: Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2007

Της Γιώτας Στρατή *

ΔΥΟ ΝΕΚΡΟΙ ΣΤΗΝ ΓΗ ΤΟΥ ΤΙΓΡΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΥΦΡΑΤΗ
(Γράμμα σ' ένα μισθωτό στρατιώτη, στο Ιράκ)

Με τα χείλη διψασμένα, όπως τη Γη που πατάς
και φλογισμένη την σκια σου ανέχεται
-τη γη του Τίγρη και του Ευφράτη όπου πλημμύρες εγκυμονεί
και ποτέ δεν σε δέχεται,
έρημος άκαρπη η δική μου αγκαλιά τώρα μένει
και σε προσμένει.
Με τα χέρια ανοιγμένα σαν σε σταυρό αθώρητο,
θωρώ έναν ήλιο καυτό, ανελέητο,
έναν ήλιο ασυγχώρητο,
να σφυροκοπάει τις άνυδρες μέρες μου
και να σε λιώνει στις πνιγηρές νύχτες,
όπου οι σκέψεις γυρνούν ακατάπαυστα, ωσάν τρελοί ανεμοδείχτες.
Στο λίγο θρόϊσμα του βοριά, την πόρτα τρέχω ν' ανοίξω,
στο κάθε σύννεφο του νοτιά αμίλητη τους λυγμούς μου θα πνίξω.
Κι ενώ πεθαίνω στο βάρος του χωρισμού, και λίγο ανασταίνομαι
στο μακρινό της φωνής σου άκουσμα "... κάνε κουράγιο, έρχομαι..."

για σε, που συνεστιάζεσαι με τον Θάνατο, συνομιλείς με το Θάνατο,
που λες κλείνεις τα μάτια και μ' ονειρεύεσαι, ξεγελώντας τον Θάνατο,
εγώ, π' αρνούμαι ν' ακούσω πως, δήθεν, ερωτοτροπείς με τον Θάνατο,
πες μου, πως θα κοιτάξω τα μάτια σου π' ολημερίς εκείνος ταλάνιζε;
πως θ' αγκαλιάζω το σώμα σου που μόν' εκείνος αγκάλιαζε;

Πως θα διώξω τις εικόνες φρίκης απ' του νου σου τα βάθη;
στις πτυχές της καρδιάς σου, πως θα σβήσω τα λάθη;
Πως θα δέσω το είναι μου με σένα που έμεινες πίσω;
Πως, όταν βρίσκεσαι πλάϊ μου, ήδη νεκρός, θα σε θρηνήσω;
Κι ας αλώβητος γύρισες, του Τίγρη τ' άγριο μάτι
με τα φαντάσματα του εύφορου, του ματωμένου Ευκράτη,
θα στοιχειώνουν τη μνήμη μας, θα ρουφούν την ψυχή μας,
θα κυοφορούν την Εκδίκηση στη σαθρή ύπαρξη μας...
Πες μου, πως διορθώνεται λογική ισοπεδωμένη
αφού η Πίστη αλλαξοπίστησε και μόνο ο Πόλεμος μένει;

Αν θάρθεις ζωντανός-νεκρός, μη τρομάξεις, καρδιά μου.
Κοιμητήρι απάνεμο θα σε δεχτεί η αγκαλιά μου.