Στο Δημήτρη
«Κύριε,
η εν πολλαίς αμαρτίας περιπεσούσα γυνή», έτσι αρχίζει το τροπάριο της Κασσιανής
που ψάλλεται κάθε Μεγάλη Τρίτη το
βράδυ στις εκκλησίες και συγκινεί με τη συναισθηματική του φόρτιση.
Η
Κασσιανή γεννήθηκε γύρω στο 810 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και καταγόταν από
πλούσια οικογένεια. H ζωή της συνδέθηκε με θρύλους και παραδόσεις γύρω από τη
σχέση της με τον αυτοκράτορα Θεόφιλο (813-842).
Σύμφωνα
με τους βυζαντινούς χρονικογράφους Συμεών Μάγιστρο, Ιωάννη Ζωναρά και Λέοντα
Γραμματικό, η Ευφροσύνη, μητέρα του νεαρού αυτοκράτορα Θεόφιλου, ακολουθώντας
την οικογενειακή παράδοση για την εκλογή νύφης, προσκάλεσε το 830 μ.Χ. στην
Αυλή τις ωραιότερες και επιφανέστερες κόρες της αυτοκρατορίας. Δώδεκα
«κάλλιστοι παρθέναι» ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση και πήγαν στο Παλάτι. Η
Ευφροσύνη, αφού τις δεξιώθηκε, διαμήνυσε στο Θεόφιλο να προσέλθει και να δώσει
το χρυσό μήλο σ' εκείνη που θα επέλεγε για σύζυγό του.

Ο
νεαρός αυτοκράτορας θαμπώθηκε από την ομορφιά της Κασσιανής και θέλοντας να
δοκιμάσει την ευφυΐα της τη ρώτησε: «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» («Από
τη γυναίκα ξεκινούν τα κακά πράγματα», υπονοώντας την Εύα). Η Κασσιανή έδωσε
δείγματα του πνεύματός της, ανταπαντώντας «Αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα
κρείττω» («Και από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα, τα ευγενέστερα», υπονοώντας
την Παναγία). Αυτό ήταν! Ο Θεόφιλος, είτε γιατί η απάντηση του φάνηκε αναιδής,
είτε γιατί η ευφυΐα της γυναίκας τον τρόμαξε, δεν άκουσε την καρδιά του και
έδωσε το χρυσό μήλο στην ωραία, αλλά σεμνή Θεοδώρα.
Η
Κασσιανή, μετά την απόρριψή της από τον αυτοκράτορα, έγινε μοναχή και
αφιερώθηκε στη λατρεία του Θεού και την ποίηση.
Το μοναστήρι αυτό,
σύμφωνα με την παράδοση, επισκέφθηκε μετά από πολλά χρόνια ο αυτοκράτορας
Θεόφιλος ο οποίος εξακολουθούσε να είναι ερωτευμένος μαζί της και επιθυμούσε να
την συναντήσει για μια τελευταία φορά. Η Κασσιανή, ήταν στο κελί της γράφοντας
το περίφημο «Τροπάριο» και μόλις το αντιλήφθηκε, παράτησε τις σημειώσεις και
έφυγε να κρυφτεί. Ο Θεόφιλος βρήκε το χειρόγραφό της μισοτελειωμένο στη φράση: «ων ποδών έν τώ παραδείσω Εύα
το δειλινόν» και
συμπλήρωσε ο ίδιος τα παρακάτω λόγια: «κρότων
τοις ωσίν ηχηθείσα τω φόβω εκρύβη», κάνοντας έτσι υπαινιγμό στο
φόβο της Κασσιανής από την παρουσία του ίδιου. Η Κασσιανή δεν έσβησε τα
πρόσθετα λόγια, αλλά συμπλήρωσε ως εξής: «Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους
τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μη με την σην δούλην παρίδης, ο αμέτρητον
έχων το έλεος».
Το τροπάριο της Κασσιανής
Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή,
την σήν αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν,
οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, οτι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας,
ζοφώδης τε και ασέληνος ερως της αμαρτίας.
Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων,
ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ,
κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας,
ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.
Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας,
αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις,
ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ώσιν ηχηθείσα,
τω φόβω εκρύβη.
Αμαρτιών
μου τα πλήθη
και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει,
ψυχοσώστα Σωτήρ μου;
Μη με την σήν δούλην παρίδης,
Ο αμέτρητον έχων το έλεος.
ΠΗΓΗ: ΠΟΛΥΜΕΣΑ