Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

Το αντιφατικό πορτραίτο του Έλληνα...


Ξεφυλλίζω τις φυλαγμένες από καιρό σελίδες της στήλης Πατριδογνωσία του ένθετου περιοδικού «Κ» της εφημερίδας Καθημερινή της Κυριακής, όπου η δημοσιογράφος Άννα Γριμάνη φιλοξενούσε, κάθε εβδομάδα, τις απαντήσεις διακεκριμένων Ελλήνων του εξωτερικού σε συγκεκριμένα ερωτήματα. Μέσα απ’ αυτήν την «τυποποιημένη συνέντευξη», επιχειρούσε να ανιχνεύσει ό,τι σχετίζεται, μ’ αυτό που αποκαλούμε «Ελληνικότητα». Οι τοποθετήσεις και οι απόψεις –αντιφατικές πολλές φορές– των αξιόλογων συμπατριωτών μας, προσδιορίζουν με τον καλύτερο τρόπο την «υπέροχη εκδοχή του Έλληνα». Το αν «είναι προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Έλληνας σήμερα», το αν, τελικά, «η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση», καθώς και την «ταυτότητά» του.
Στις αναφορές τους εστιάζονται αρνητικά και θετικά στοιχεία ιδίως στα πατροπαράδοτα ελληνικά πρότυπα, όπως π.χ. του ήρωα, του σοφού, του έξυπνου, της περιούσιας φυλής μας, δίνοντας τις δικές τους απόψεις. Απ’ όλα αυτά, επιλέγω και αντιγράφω, χαρακτηριστικά, κάποια απ’ όσα είπαν για την αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια.
Παράδειγμα: Για την «υπέροχη εκδοχή του Έλληνα» μερικές από τις τοποθετήσεις τους ήταν: «Εκεί που αρχίζεις να ντρέπεσαι που λέγεσαι Έλληνας, θυμάσαι κάτι εξαιρέσεις και δακρύζεις». «Η έμφυτη ικανότητα που έχει (ο Έλληνας) να διακρίνει τι είναι σημαντικό στη ζωή και να αριστεύει με ταπεινοφροσύνη». «Να έχεις προδώσει την κληρονομιά σου σε κάθε παραμικρή της πτυχή, να έχεις εξευτελίσει στο έπακρο την ευγένεια της καταγωγής σου, και να θέλεις να καλύψεις τον εκβαρβαρισμό σου με συναισθηματική φτήνια καυχήσεων για προγονικό πλούτο που κυριολεκτικά αγνοείς».
Για το αν είναι «προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Έλληνας σήμερα;» κάποιες απαντήσεις ήταν: «Με συνείδηση, είναι σίγουρα προσόν. Χωρίς, φοβάμαι ότι αυτά που μας χαλάνε προσθέτουν δυσβάσταχτα βάρη στον συναγωνισμό με τον υπόλοιπο κόσμο». «Είναι προσόν η αυτογνωσία αυτού που είσαι σήμερα και το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιείς την Ιστορία και το παρελθόν σαν άλλοθι γι' αυτό που δεν μπορείς πάντα να επιτύχεις». «Για όποιον αγωνίζεται να επιβιώσει εκτός συνόρων, πιστεύω πως είναι προσόν. Για τους υποχρεωμένους να ανθίστανται στην εντός των συνόρων πραγματικότητα, θα έλεγα μάλλον ότι πρόκειται περί μειονεκτήματος». «... Ούτε προσόν, θα έλεγα, ούτε μειονέκτημα. Ευλογία μόνο ή κατάρα. Ανάλογα με τη στιγμή και τη διάθεση».
Για παράδειγμα στην ερώτηση: Με ποια ταυτότητα οι Έλληνες περιέρχονται στον σύγχρονο κόσμο; Οι απαντήσεις είναι άξιες προσοχής και ποικίλουν μεταξύ τους, όπως: «Λόγω της αναντίρρητης συμβολής του ελληνικού στον παγκόσμιο πολιτισμό, το άκουσμα της λέξης “Έλληνας” προκαλεί συνήθως θετικές αντιδράσεις. Αυτές συνήθως μετριάζονται, όταν στο κλασικό ιδεώδες αντιπαρατεθεί η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα». «Συνήθως με την ταυτότητα των προγόνων μας και μια ομιχλώδη σύγχρονη παρουσία. Γιατί όλα μάς φταίνε, ενώ ουσιαστικά οι φταίχτες είμαστε εμείς». «Ο Έλληνας πορεύεται με τα πιστεύω και τις καταβολές του Τόπου που τον γέννησε, τα πρέπει της οικογένειας που τον ανέθρεψε και του βαθύτερου παρορμητικού εαυτού του, που τον οδηγεί στους προσωπικούς του δρόμους». «Με το διεισδυτικό μάτι και την τόλμη του Οδυσσέα εκείνοι, με την κουτοπονηριά του Καραγκιόζη οι άλλοι». «Με την ταυτότητα του ανθρώπου που ελάχιστα παράγει και άπειρα καταναλώνει».
Στο δε ερώτημα αν η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση σημειώνω τα παρακάτω: «Είναι αίσθημα βαπτισμένο στη συνείδηση». «Είναι συνείδηση που πρέπει να απευθύνεται στο αίσθημα, γιατί και τα δύο είναι οι βασικοί παράγοντες της δημιουργίας. Ο Έλληνας, όταν χρησιμοποιεί τη συνείδηση και το αίσθημα, μεγαλουργεί». «Και τα δύο. Αίσθημα που συνειδητοποιείται. Συνείδηση που λειτουργεί ως αίσθημα. Τα αισθήματα είναι μέρος αυτού που λέμε συνείδηση και, λόγω της μακρόχρονης ιστορίας μας, είτε το θέλουμε είτε όχι, κουβαλάμε βαρύ φορτίο».
          Έχω την εντύπωση πως με κάποια απ’ αυτά θα συμφωνήσουμε και με άλλα όχι. Ωστόσο, επειδή τα έχουν διατυπώσει Έλληνες, δεν ενοχλούν τόσο. Αν είχαν τολμήσει να τα ξεστομίσουν ξένοι, σίγουρα, πολλά, επ’ ουδενί λόγω, θα τα ανεχόμασταν. Για τούτο όπως το έχει διατυπώσει ο Νίκος Δήμου ο Έλληνας δεν συγχώρησε ποτέ όσους «μισέλληνες» ζωγράφισαν το πορτραίτο του. 


Δημοσιεύτηκε το Σάββατο 4 Οκτωβρίου στη στήλη μου:
«Χρονογράφημα από την Αθήνα» στην Εφημερίδα της Νέας Υόρκης.

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Στα blog που βρίσκουμε τους εαυτούς μας


Τα ιστολόγια, όπως αποκαλούνται στην ελληνική, τα κοινώς ονομαζόμενα blogs, αποτελούν, στον συνεχώς αναπτυσσόμενο τομέα του διαδικτύου, μια κουλτούρα, έναν τρόπο έκφρασης και σκέψης, (για όσους φυσικά το τολμούν) ένα παράθυρο ελευθερίας, αν θέλετε, κι ακόμα, έναν πολύ σημαντικό χώρο δημιουργίας.
Η ευκολία της δημιουργίας του από κάθε απλό χρήστη, με ή χωρίς ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις, το μηδενικό κόστος διατήρησης αλλά και διαχείρισης ήταν οι λόγοι που συνέτειναν στην εξάπλωσή του.
Η νέα αυτή κοινωνική έκφραση, κατόρθωσε μέσα σε ελάχιστο χρόνο, να αποκτήσει μεγάλη δύναμη, δίνοντας τον λόγο και τον τρόπο σε πολλούς να καταθέτουν απόψεις με επιχειρήματα, σχόλια και γνώμες, που, δίχως να καταβάλλουν πολύ κόπο, έκαναν το δυνατό ώστε να ακούγεται ελεύθερα ο λόγος τους σε ένα ανεκτό επίπεδο.
Σ’ αυτά αποτυπώνονται, ελεύθερα κι αβίαστα, τα συναισθήματα, οι χαρές, οι πίκρες, οι εντάσεις, οι θυμοί, αλλά και άλλα τινά ευαίσθητης σημασίας που χρησιμεύουν, μπορώ να πω, και σαν μια προσωπική εκτόνωση.
Πιστεύω στην απόλυτη ανεξαρτησία της γραφής, αν και πολλές φορές η θέση, η αντίθεση και η αντιπαράθεση σε διάφορα θέματα δημιουργεί εκρήξεις - ιδίως στα σχόλια.
Σε προσωπικό επίπεδο, είναι αλήθεια πως δεν ήξερα τι έψαχνα να βρω... Ίσως τον εαυτό μου... Ίσως να είχα και λίγο ψώνιο και να το έκρυβα… Κι είναι φορές που αναρωτιέμαι: τι ήταν αυτό που τελικά μ’ έσπρωξε σ’ αυτή τη δημιουργία. Οι απαντήσεις που βρήκα ίσως να δείχνουν βολικές ή αφελείς, αν θέλετε. Στην αρχή σκέφτηκα κι είπα για την παρέα. Για να γράφω ό,τι μου αρέσει, να ασχολούμαι με κάτι, ν’ ακουμπώ κάπου όσα με άγγιζαν, όσα με έπνιγαν κι όσα με θύμωναν, ανάλογα με τη διάθεσή μου. Να καταγράφω τα σκιρτήματα της ψυχής μου. (Βάσανο μεγάλο να δυναστεύεται κανείς από συναισθήματα). Ακόμη για να θυμίζω και να δείχνω –καταθέτοντας αισθητικά– ό,τι αγαπώ. Να χαμογελώ, να χαίρομαι, να μελαγχολώ, να θλίβομαι, να προβληματίζομαι, να περιπλανιέμαι σε χώρους άλλων, εκεί όπου συναντούσα –και συναντάω ακόμη– ανθρώπους που αμοιβαία αλλάζαμε τα τιμαλφή της αγάπης και της φιλίας μας. Ανθρώπους όμορφους, πρόσχαρους, φιλόδοξους, σπάνιους, μοναχικούς, ιδεολόγους, ποιητές, χιουμορίστες, ταλαίπωρους… Αλλά από την άλλη αντιμετώπιζα και μικρόψυχους, εμπαθείς, ενίοτε και υβριστές, από τους οποίους δεχόμουν ανυποψίαστος τα φιλήματα του Ιούδα και τα δόρατά τους.

Με λίγα λόγια κι εδώ είναι, όπως το διατυπώνει ένας φίλος μου, μια μικρογραφία της κοινωνίας μας.